59 αποτελέσματα για «裁»
裁つ たつ
ρήμα
- 01 κόβω (ύφασμα)
裁断機 さいだんき
ουσιαστικό
- 01 μηχανή κοπής, κόφτης, γκιλοτίνα (χαρτιού)
裁判員制度 さいばんいんせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα πολιτών δικαστών, σύστημα λαϊκών δικαστών, σύστημα οιονεί ενόρκων
裁許 さいきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κύρωση, έγκριση
裁ちばさみ たちばさみ
ουσιαστικό
- 01 ψαλίδι ραπτικής, ψαλίδι υφασμάτων
裁量労働制 さいりょうろうどうせい
ουσιαστικό
- 01 ευέλικτο ωράριο εργασίας, σύστημα ελαστικής απασχόλησης
裁判上 さいばんじょう
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός
裁ち たち
ουσιαστικό
- 01 κόψιμο, περικοπή
裁きの庭 さばきのにわ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 δικαστήριο
裁判所命令 さいばんしょめいれい
ουσιαστικό
- 01 δικαστική απόφαση, δικαστική εντολή
裁ち方 たちかた
ουσιαστικό
- 01 κοπή, πατρόν
裁量労働 さいりょうろうどう
ουσιαστικό
- 01 εργασία με ελεύθερο ωράριο (καθεστώς κατά το οποίο ο εργαζόμενος ορίζει μόνος του τις ώρες εργασίας του)
裁判官訴追委員会 さいばんかんそついいいんかい
ουσιαστικό
- 01 επιτροπή άσκησης δίωξης δικαστών
裁定取引 さいていとりひき
ουσιαστικό
- 01 αντισταθμιστική συναλλαγή
裁ち縫い たちぬい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κόψιμο και ράψιμο
裁ち落とし たちおとし
ουσιαστικό
- 01 το κόψιμο των άκρων (στην εκτύπωση, το ράψιμο, τη μαγειρική κ.λπ.)
- 02 αποκόμματα, ρετάλια, κομμάτια
裁判所書記官 さいばんしょしょきかん
ουσιαστικό
- 01 γραμματέας δικαστηρίου
裁ち縫う たちぬう
ρήμα
- 01 κόβω και ράβω
裁決書 さいけつしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφη απόφαση
裁判人 さいばんにん
ουσιαστικό
- 01 δικαστής