56 αποτελέσματα για «装»
装飾物 そうしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 στολίδι, διακόσμηση
装薬 そうやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γέμιση πυροβόλου όπλου (με πυρίτιδα), γόμωση πυρίτιδας
装甲兵員輸送車 そうこうへいいんゆそうしゃ
ουσιαστικό
- 01 τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού, ΤΟΜΠ
装る よそる
ρήμα
- 01 σερβίρω, βάζω το φαγητό στο πιάτο
装蹄師 そうていし
ουσιαστικό
- 01 πεταλωτής (άτομο που τοποθετεί πέταλα σε άλογα και αγελάδες), ειδικός στη φροντίδα οπλών
装飾音 そうしょくおん
ουσιαστικό
- 01 κοσμητική νότα
装甲部隊 そうこうぶたい
ουσιαστικό
- 01 τεθωρακισμένη μεραρχία, τεθωρακισμένο σώμα στρατού
装用 そうよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ένδυση, ρουχισμός
装花 そうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανθοστολισμός (για παράδειγμα σε γάμο)
装甲巡洋艦 そうこうじゅんようかん
ουσιαστικό
- 01 τεθωρακισμένο καταδρομικό
装飾花 そうしょくか
ουσιαστικό
- 01 διακοσμητικό άνθος, στείρο ανθίδιο (ενός σύνθετου άνθους)
装蹄 そうてい
ουσιαστικό
- 01 πετάλωμα αλόγου
装飾家 そうしょくか
ουσιαστικό
- 01 διακοσμητής, καλλιτέχνης διακοσμητικών τεχνών
装置制御 そうちせいぎょ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας ελέγχου συσκευής (π.χ. DC1)
装甲回収車 そうこうかいしゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 τεθωρακισμένο όχημα περισυλλογής
装甲人員運搬車 そうこうじんいんうんぱんしゃ
ουσιαστικό
- 01 τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού
装荷 そうか
ουσιαστικό
- 01 φόρτωση
装置クラス そうちクラス
ουσιαστικό
- 01 κλάση συσκευής
装置ドライバ そうちドライバ
ουσιαστικό
- 01 οδηγός συσκευής
装置依存の公開文 そうちいぞんのこうかいぶん
ουσιαστικό
- 01 από συσκευή εξαρτώμενη έκδοση δημόσιου κειμένου