133 αποτελέσματα για «複»

複利 ふくり

ουσιαστικό

  1. 01 ανατοκισμός
複合商業施設 ふくごうしょうぎょうしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό κέντρο
複葉機 ふくようき

ουσιαστικό

  1. 01 διπλάνο
複雑性 ふくざつせい

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 πολυπλοκότητα
  2. 02 πολύπλοκος, περίπλοκος
複数回答 ふくすうかいとう

ουσιαστικό

  1. 01 σημειώστε όλες τις ισχύουσες απαντήσεις (μορφή ερώτησης), επιτρέπονται πολλαπλές απαντήσεις, πολλαπλή επιλογή
複線 ふくせん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή γραμμή, σιδηροδρομική γραμμή διπλής τροχιάς
複合機 ふくごうき

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμηχάνημα
  2. 02 συσκευή συνδυασμού εκτυπωτή, φωτοτυπικού, σαρωτή και φαξ
複雑系 ふくざつけい

ουσιαστικό

  1. 01 πολύπλοκο σύστημα
複式簿記 ふくしきぼき

ουσιαστικό

  1. 01 διπλογραφικό σύστημα λογιστικής
複式 ふくしき

ουσιαστικό

  1. 01 διπλογραφικός (π.χ. λογιστική)
複葉 ふくよう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο φύλλο
  2. 02 διπλάνο
複雑微妙 ふくざつびみょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πολύπλοκος και λεπτός
複雑多岐 ふくざつたき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 περίπλοκος και εκτεταμένος, λαβυρινθώδης
複勝 ふくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 στοίχημα σε θέσεις (τοποθέτηση στοιχήματος όπου ο ίππος ή ο δρομέας πρέπει να τερματίσει σε μία από τις κορυφαίες θέσεις)
複写機 ふくしゃき

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοτυπικό μηχάνημα
複素 ふくそ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετος
  2. 02 μιγαδικός (αριθμός)
複合材料 ふくごうざいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο υλικό
複合式 ふくごうしき

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη έκφραση
複雑多様 ふくざつたよう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πολύπλοκος και πολυδιάστατος
複合語 ふくごうご

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη λέξη, σύνθετος όρος