26 αποτελέσματα για «褒»

褒辞 ほうじ

ουσιαστικό

  1. 01 έπαινος, εγκώμιο
褒奨 ほうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση, απολαβή
褒められて伸びる ほめられてのびる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξελίσσομαι ή βελτιώνομαι όταν με επαινούν, αποδίδω καλύτερα με την επιβράβευση παρά με την τιμωρία
褒めてつかわす ほめてつかわす

άλλο

  1. 01 σε επαινώ, σου απονέμω έπαινο
褒めて伸ばす ほめてのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενθαρρύνω την ανάπτυξη μέσω του επαίνου, αναπτύσσω παρέχοντας θετική ενίσχυση
  1. 01 επαινώ
  2. 02 εξυμνώ