26 αποτελέσματα για «襟»
襟細胞 えりさいぼう
ουσιαστικό
- 01 χοανοκύτταρο, κολλαροφόρο κύτταρο
襟鞭毛虫 えりべんもうちゅう
ουσιαστικό
- 01 χοανομαστιγοφόρο
襟鞭毛虫綱 えりべんもうちゅうこう
ουσιαστικό
- 01 χοανομαστιγοφόρα (ομοταξία ευκαρυωτικών μαστιγωτών οργανισμών που συγγενεύουν στενά με τα ζώα)
襟の折り返し えりのおりかえし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πέτο
襟鞭毛虫門 えりべんもうちゅうもん
ουσιαστικό
- 01 χοανοζώα (συνομοταξία πρωτίστων πιο συγγενικών με τα ζώα παρά με τους μύκητες)
襟
- 01 γιακάς
- 02 λαιμός
- 03 πέτο
- 04 εσωτερικά συναισθήματα