28 αποτελέσματα για «覆»

覆われ おおわれ

ουσιαστικό

  1. 01 καλύπτομαι (π.χ. από χιόνι, δέντρα κ.λπ.)
覆輪馬酔木 ふくりんあせび

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική πιερίς (Pieris japonica), φουκουρίν, ανδρομέδα
覆輪梔子 ふくりんくちなし

ουσιαστικό

  1. 01 γκαρντένια με λευκό περίγραμμα (Gardenia jasminoides f. albomarginata)
覆面算 ふくめんざん

ουσιαστικό

  1. 01 φουκουμενζάν, κρυπταριθμητική, αριθμητικό αίνιγμα
覆水 ふくすい

ουσιαστικό

  1. 01 χυμένο νερό
覆屋 おおいや

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική στεγασμένη κατασκευή για την προστασία πολιτιστικών αγαθών και ιστορικών τοποθεσιών
覆堂 ふくどう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική στεγασμένη κατασκευή για την προστασία πολιτιστικών αγαθών και ιστορικών χώρων
  1. 01 αναποδογυρίζω, ανατρέπω
  2. 02 καλύπτω, σκεπάζω
  3. 03 σκιάζω
  4. 04 καλύπτω, σκεπάζω
  5. 05 καταστρέφομαι