70 αποτελέσματα για «規»
規格化 きかくか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τυποποίηση, κανονικοποίηση (π.χ. στα μαθηματικά)
規則通り きそくどおり
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 σύμφωνα με τους κανόνες, κατά τους κανονισμούς
規格品 きかくひん
ουσιαστικό
- 01 τυποποιημένο προϊόν, τυποποιημένα αγαθά
規制強化 きせいきょうか
ουσιαστικό
- 01 αυστηροποίηση των κανονισμών
規矩 きく
ουσιαστικό
- 01 πρότυπο, κριτήριο, κανόνας, νόρμα
- 02 διαβήτης και χάρακας
規範的 きはんてき
επίθετο
- 01 κανονιστικός, προστακτικός
規格外品 きかくがいひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν εκτός προδιαγραφών, αγαθά εκτός προδιαγραφών
規則書 きそくしょ
ουσιαστικό
- 01 κανονισμός
規制改革 きせいかいかく
ουσιαστικό
- 01 ρυθμιστική μεταρρύθμιση
規正 きせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διόρθωση
規制改革担当大臣 きせいかいかくたんとうだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός αρμόδιος για τη μεταρρύθμιση του ρυθμιστικού πλαισίου
規範意識 きはんいしき
ουσιαστικό
- 01 κανονιστική συνείδηση
規模の経済 きぼのけいざい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 οικονομίες κλίμακας
規制解除 きせいかいじょ
ουσιαστικό
- 01 απορρύθμιση, άρση (ή χαλάρωση) (επίσημων) περιορισμών
規則で縛る きそくでしばる
ρήμα
- 01 περιορίζω κάποιον με βάση κανόνες
規約に従って きやくにしたがって
άλλο
- 01 σύμφωνα με τους κανονισμούς
規制撤廃 きせいてっぱい
ουσιαστικό
- 01 κατάργηση κανονισμών, απορρύθμιση
規整 きせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρύθμιση, κανονισμός
- 02 τυποποίηση
規制機関 きせいきかん
ουσιαστικό
- 01 ρυθμιστική αρχή
規則立つ きそくだつ
ρήμα
- 01 είμαι κανονικός, ακολουθώ κανόνες