94 αποτελέσματα για «視»
視野狭窄 しやきょうさく
ουσιαστικό
- 01 στένωση του οπτικού πεδίου, στενομυαλιά, έλλειψη οραματισμού
視覚化 しかくか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οπτικοποίηση
視野の狭い しやのせまい
άλλο, επίθετο
- 01 μυωπικός, στενόμυαλος
視座 しざ
ουσιαστικό
- 01 σημείο παρατήρησης, οπτική γωνία, σκοπιά, προοπτική
視聴覚 しちょうかく
ουσιαστικό
- 01 ακοή και όραση, οπτικοακουστικός
視角 しかく
ουσιαστικό
- 01 οπτική γωνία
視覚障害者 しかくしょうがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 άτομο με προβλήματα όρασης
視覚効果 しかくこうか
ουσιαστικό
- 01 οπτικό εφέ
- 02 οπτικά εφέ (στην κινηματογράφηση κ.λπ.), VFX
視力検査 しりょくけんさ
ουσιαστικό
- 01 εξέταση όρασης, οφθαλμολογικός έλεγχος
視認性 しにんせい
ουσιαστικό
- 01 ορατότητα, ευκρίνεια, αντιληπτότητα
視覚野 しかくや
ουσιαστικό
- 01 οπτική περιοχή (του εγκεφάλου), οπτικός φλοιός
視床下部 ししょうかぶ
ουσιαστικό
- 01 υποθάλαμος
視学 しがく
ουσιαστικό
- 01 σχολικός επιθεωρητής
視床 ししょう
ουσιαστικό
- 01 θάλαμος
視覚芸術 しかくげいじゅつ
ουσιαστικό
- 01 εικαστικές τέχνες
視聴覚教室 しちょうかくきょうしつ
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα οπτικοακουστικών μέσων, οπτικοακουστική αίθουσα
視程 してい
ουσιαστικό
- 01 ορατότητα
視診 ししん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οπτική εξέταση, επισκόπηση
視野角 しやかく
ουσιαστικό
- 01 γωνία θέασης, κατεύθυνση παρατήρησης
視力障害 しりょくしょうがい
ουσιαστικό
- 01 βλάβη όρασης, προβλήματα όρασης, τύφλωση, δυσόπια