29 αποτελέσματα για «覚»

覚醒水準 かくせいすいじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο εγρήγορσης, επίπεδο διέγερσης
覚め際 さめぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 στο μεταίχμιο του ξυπνήματος
覚えず おぼえず

επίρρημα

  1. 01 ασυνείδητα, εν αγνοία, χωρίς σκέψη
覚え違い おぼえちがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λανθασμένη ανάμνηση, εσφαλμένη συγκράτηση στη μνήμη, ανακριβής θύμηση
覚路 かくろ

ουσιαστικό

  1. 01 μονοπάτι προς τη φώτιση
覚醒亢進 かくせいこうしん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερεγρήγορση (σύμπτωμα της διαταραχής μετατραυματικού στρες)
覚醒周期 かくせいしゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος ύπνου-εγρήγορσης
覚弥 かくや

ουσιαστικό

  1. 01 ψιλοκομμένα τουρσιά αναμεμειγμένα
  1. 01 απομνημονεύω
  2. 02 μαθαίνω
  3. 03 θυμάμαι
  4. 04 ξυπνάω
  5. 05 συνέρχομαι