147 αποτελέσματα για «観»

観覧 かんらん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολούθηση, θέαση
観覧席 かんらんせき

ουσιαστικό

  1. 01 κερκίδα, εξέδρα θεατών, καθίσματα θεατών
観測者 かんそくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρητής
観念的 かんねんてき

επίθετο

  1. 01 εννοιολογικός, ιδεατός
  2. 02 θεωρητικός, ακαδημαϊκός
観察者 かんさつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρητής
観音開き かんのんびらき

ουσιαστικό

  1. 01 δίφυλλη πόρτα (που ανοίγει από το κέντρο)
  2. 02 δίφυλλο άνοιγμα από το κέντρο (για πόρτες, παράθυρα, κ.λπ.)
  3. 03 φιλετάρισμα ψαριού, κοτόπουλου, κ.λπ. με μια κεντρική τομή και άνοιγμα της σάρκας
観光スポット かんこうスポット

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικό αξιοθέατο, περιοχή με αξιοθέατα
観光案内 かんこうあんない

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικές πληροφορίες (φυλλάδιο, χάρτης, κέντρο εξυπηρέτησης)
観念論 かんねんろん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεαλισμός
観音様 かんのんさま

ουσιαστικό

  1. 01 Αβαλοκιτεσβάρα (μποντισάτβα), Κάννον, Κουάννον, Γκουανγίν, βουδιστική θεότητα του ελέους
  2. 02 λειτορίδα
観音堂 かんのんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ναός αφιερωμένος στην Κάννον
観ずる かんずる

ρήμα

  1. 01 παρατηρώ, θεωρώ
  2. 02 στοχάζομαι, διαλογίζομαι
観光資源 かんこうしげん

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικοί πόροι, τουριστικά αξιοθέατα
観察日記 かんさつにっき

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολόγιο παρατήρησης (φύσης κ.λπ.)
観測所 かんそくじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αστεροσκοπείο, παρατηρητήριο
観測データ かんそくデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα παρατήρησης
観光バス かんこうバス

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικό λεωφορείο, λεωφορείο περιήγησης
観光旅行 かんこうりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 περιηγητικό ταξίδι
観光業 かんこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 τουρισμός, ταξιδιωτική βιομηχανία, τουριστική επιχείρηση
観照 かんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στοχασμός, διαλογισμός, (αντικειμενική) παρατήρηση