45 αποτελέσματα για «触»

触れ書き ふれがき

ουσιαστικό

  1. 01 διάταγμα της περιόδου Έντο που εκδιδόταν από το σογκουνάτο (ή έναν νταϊμιό, κλπ.) συνήθως προς τον γενικό πληθυσμό
触法 しょくほう

ουσιαστικό

  1. 01 παραβίαση του νόμου
触媒作用 しょくばいさよう

ουσιαστικό

  1. 01 καταλυτική δράση, κατάλυση
触れ太鼓 ふれだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 τυμπανοκρουσία στους δρόμους για την αναγγελία αγώνων σούμο
  2. 02 αναγγελία εκδήλωσης μέσω περιφοράς στους δρόμους με τύμπανο, το τύμπανο που χρησιμοποιείται για την αναγγελία εκδήλωσης με περιφορά στους δρόμους
触鬚 しょくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 μουστάκι (ψαριού), κεραία, ψηλαφιστήριο (παλπός)
触法少年 しょくほうしょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 ανήλικος παραβάτης κάτω των δεκατεσσάρων ετών, ανήλικος που έχει μπλέξει με τον νόμο
触手冠 しょくしゅかん

ουσιαστικό

  1. 01 λοφοφόρο
触覚器 しょっかくき

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητήριο αφής, όργανο αφής
触知覚 しょくちかく

ουσιαστικό

  1. 01 απτική αντίληψη, αίσθηση της αφής
触り金 さわりがね

ουσιαστικό

  1. 01 καβαλάρης (στο πάνω μέρος του σαμισέν, που στηρίζει τη δεύτερη και την τρίτη χορδή)
触手冠動物 しょくしゅかんどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 λοφοφόρο ζώο (σωληνοειδές σκουλήκι, βρυόζωο ή βραχιόποδο)
触手動物 しょくしゅどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 λοφοφόρος (ένας σωληνοειδής σκώληκας, βρυόζωο ή βραχιόποδο)
触覚器官 しょっかくきかん

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητήριο αφής
触官 しょっかん

ουσιαστικό

  1. 01 απτικό όργανο
触球 しょっきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακουμπώ τη μπάλα, ακουμπώ τον παίκτη με τη μπάλα για να τον βγάλω εκτός παιχνιδιού
触媒反応 しょくばいはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 καταλυτική αντίδραση
触媒毒 しょくばいどく

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητήριο καταλύτη
触穢 しょくえ

ουσιαστικό

  1. 01 ακαθαρσία προερχόμενη από την επαφή με θάνατο, εγκυμοσύνη, έμμηνο ρύση κ.λπ.
触れさせる ふれさせる

ρήμα

  1. 01 εκθέτω κάποιον σε κάτι, εισάγω κάποιον σε κάτι
触腕 しょくわん

ουσιαστικό

  1. 01 πλοκάμι, αισθητήριο όργανο