123 αποτελέσματα για «計»

計算式 けいさんしき

ουσιαστικό

  1. 01 μαθηματικός τύπος, εξίσωση, μέθοδος υπολογισμού, λογισμός
計上 けいじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπολογίζω (ένα κόστος) στο σύνολο, δεσμεύω (ένα χρηματικό ποσό), καταγράφω, κατανέμω, καταχωρώ
計算機 けいさんき

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογιστική μηχανή, κομπιουτεράκι
  2. 02 υπολογιστής
計量 けいりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέτρηση, ζύγιση
  2. 02 μετρική, συνάρτηση απόστασης
計算違い けいさんちがい

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένος υπολογισμός, λανθασμένος λογαριασμός
計算ずく けいさんずく

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογισμένος, προσχεδιασμένος, μελετημένος
計算上 けいさんじょう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 βάσει των υπολογισμών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, υπολογιστικά
計測器 けいそくき

ουσιαστικό

  1. 01 όργανο μέτρησης, εξοπλισμός μέτρησης
計画変更 けいかくへんこう

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή σχεδίου
計算問題 けいさんもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμητική πράξη, άσκηση υπολογισμού
計画的犯行 けいかくてきはんこう

ουσιαστικό

  1. 01 προμελετημένο έγκλημα, προσχεδιασμένο έγκλημα
計画案 けいかくあん

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο, προσχέδιο
計数 けいすう

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογισμός, μέτρηση
  2. 02 διαχείριση αριθμητικών δεδομένων
  3. 03 πληθικότητα
計量カップ けいりょうカップ

ουσιαστικό

  1. 01 δοσομετρητής
計器盤 けいきばん

ουσιαστικό

  1. 01 ταμπλό, πίνακας οργάνων
計画外 けいかくがい

ουσιαστικό

  1. 01 μη προγραμματισμένος, εκτός σχεδίου
計画停電 けいかくていでん

ουσιαστικό

  1. 01 προγραμματισμένη διακοπή ρεύματος
計画者 けいかくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σχεδιαστής
計画段階 けいかくだんかい

ουσιαστικό

  1. 01 στάδιο σχεδιασμού, στάδια σχεδιασμού
計画都市 けいかくとし

ουσιαστικό

  1. 01 προγραμματισμένη πόλη