22 αποτελέσματα για «討»

討ち漏らす うちもらす

ρήμα

  1. 01 αφήνω (έναν εχθρό) να διαφύγει, αποτυγχάνω να σκοτώσω
  1. 01 τιμωρώ, επιπλήττω
  2. 02 επιτίθεμαι
  3. 03 νικώ, κατατροπώνω
  4. 04 καταστρέφω
  5. 05 κατακτώ, κυριεύω