38 αποτελέσματα για «訓»

訓電 くんでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τηλεγραφικές οδηγίες
訓誨 くんかい

ουσιαστικό

  1. 01 παροχή καθοδήγησης, επεξήγηση
訓点 くんてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδια ανάγνωσης για την απόδοση της κλασικής κινεζικής γλώσσας στην ιαπωνική
訓詁学 くんこがく

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνευτική (φιλολογική ερμηνεία κλασικών κειμένων)
訓義 くんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγνωση και σημασία ενός κάντζι
訓解 くんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνεία, εξήγηση
訓化 くんか

ουσιαστικό

  1. 01 παροχή καθοδήγησης, επεξήγηση
訓釈 くんしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερμηνεία της σημασίας παλαιών λέξεων
訓迪 くんてき

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδηγητής, δάσκαλος, καθηγητής
訓民正音 くんみんせいおん

ουσιαστικό

  1. 01 κουνμινσεϊόν, το αλφάβητο χάνγκουλ (της Κορέας), η γραφή όνμουν
訓仮名 くんがな

ουσιαστικό

  1. 01 κάντζι που χρησιμοποιούνται για την αναπαράσταση συλλαβών με βάση την ανάγνωση κουν (πριν από την εμφάνιση των κάνα)
訓令式ローマ字 くんれいしきローマじ

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα ουνρέι-σίκι (επίσημα εγκεκριμένο σύστημα μεταγραφής της ιαπωνικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες), σύστημα ουνρέι
訓読文 くんどくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κείμενο κουντόκου, κινεζικό κείμενο μεταφρασμένο σε λογοτεχνική ιαπωνική γλώσσα μέσω της μεθόδου ανάγνωσης κουντόκου
訓示規定 くんじきてい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβουλευτική διάταξη, προαιρετική διάταξη
訓令式 くんれいしき

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα κουνρέι-σίκι (επίσημο σύστημα μεταγραφής της ιαπωνικής γλώσσας εγκεκριμένο από την κυβέρνηση), σύστημα κουνρέι
訓練地 くんれんち

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο εκπαίδευσης, χώρος άσκησης
訓練データ くんれんデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα εκπαίδευσης
  1. 01 οδηγία, διδασκαλία
  2. 02 ανάγνωση ιαπωνικού χαρακτήρα
  3. 03 εξήγηση
  4. 04 διαβάζω