34 αποτελέσματα για «訪»

訪英 ほうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη στο Ηνωμένο Βασίλειο
訪問支援 ほうもんしえん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα εξωστρέφειας
訪台 ほうたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη στην Ταϊβάν
訪韓 ほうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη στη Νότια Κορέα
訪露 ほうろ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη στη Ρωσία
訪比 ほうひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη στις Φιλιππίνες
訪い とぶらい

ουσιαστικό

  1. 01 επίσκεψη, επισκεπτόμαι
訪緬 ほうめん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη στη Μιανμάρ, επίσκεψη στη Βιρμανία
訪問介護員 ほうもんかいごいん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός κατ' οίκον φροντίδας
訪問ナース ほうもんナース

ουσιαστικό

  1. 01 νοσηλευτής κατ' οίκον, επισκέπτης νοσηλευτής, νοσηλευτής ημέρας
訪日外客 ほうにちがいきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ξένος επισκέπτης στην Ιαπωνία
訪印 ほういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη στην Ινδία
訪日外国人客 ほうにちがいこくじんきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ξένοι τουρίστες στην Ιαπωνία
  1. 01 επισκέπτομαι
  2. 02 επισκέπτομαι
  3. 03 πηγαίνω να δω
  4. 04 συλλυπούμαι