38 αποτελέσματα για «許»

許容誤差 きょようごさ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτρεπτό σφάλμα, επιτρεπτό όριο σφάλματος
許認可権 きょにんかけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργική εξουσία για την παροχή αδειών και εγκρίσεων
許可者 きょかしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αδειοδοτών, πάροχος άδειας
  2. 02 κάτοχος άδειας, αδειοδοτημένο πρόσωπο
許可された人 きょかされたひと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που γίνεται δεκτός, αδειούχος
許諾契約 きょだくけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβαση άδειας χρήσης
許りでなく ばかりでなく

άλλο

  1. 01 όχι μόνο ... αλλά και, καθώς επίσης και
許状 きょじょう

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια, πιστοποιητικό, άδεια παραχώρησης
  2. 02 συγχωροχάρτι
許否 きょひ

ουσιαστικό

  1. 01 έγκριση και απόρριψη
許りに ばかりに

επίρρημα

  1. 01 αποκλειστικά και μόνο επειδή, λόγω
  2. 02 σαν να, λες και
許容線量 きょようせんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέγιστη επιτρεπτή δόση
許可信号 きょかしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα έγκρισης
許容情報速度 きょようじょうほうそくど

ουσιαστικό

  1. 01 επιτρεπτός ρυθμός πληροφορίας
許し色 ゆるしいろ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτρεπτό χρώμα (για την ενδυμασία των αυλικών)
許可抗告 きょかこうこく

ουσιαστικό

  1. 01 έφεση κατόπιν αδείας, επιτρεπόμενη έφεση, επιτρεπόμενη προσφυγή
許容差 きょようさ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτρεπτή διαφορά, ανοχή, περιθώριο
許可車 きょかしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτρεπόμενο όχημα, εξουσιοδοτημένο όχημα
許可リスト きょかリスト

ουσιαστικό

  1. 01 λίστα επιτρεπόμενων, λίστα επιτρεπτών
  1. 01 επιτρέπω
  2. 02 εγκρίνω