49 αποτελέσματα για «訳»
訳語 やくご
ουσιαστικό
- 01 αντίστοιχη λέξη μετάφρασης, απόδοση λέξης στη μετάφραση, μετάφραση λέξης, ερμηνευτικό σχόλιο
訳文 やくぶん
ουσιαστικό
- 01 μεταφρασμένη πρόταση, μεταφρασμένο απόσπασμα, μετάφραση, εκδοχή, απόδοση
訳する やくする
ρήμα
- 01 μεταφράζω, διερμηνεύω
訳書 やくしょ
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση
訳出 やくしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάφραση
訳知り わけしり
ουσιαστικό
- 01 κοσμογυρισμένος, έμπειρος στα ερωτικά ζητήματα
訳本 やくほん
ουσιαστικό
- 01 μεταφρασμένο βιβλίο
訳あり物件 わけありぶっけん
ουσιαστικό
- 01 ακίνητο με ελάττωμα που μειώνει την τιμή του, στιγματισμένο ακίνητο
訳あり品 わけありひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν με ατέλειες (που πωλείται σε μειωμένη τιμή), ελαττωματικό εμπόρευμα
訳合 わけあい
ουσιαστικό
- 01 αιτία, περιστάσεις, νόημα
訳名 やくめい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 όνομα ή λέξη που σχηματίζεται μέσω μετάφρασης
訳詩 やくし
ουσιαστικό
- 01 μεταφρασμένο ποίημα
訳解 やっかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάφραση και ερμηνεία
訳にはいけない わけにはいけない
άλλο
- 01 δεν γίνεται (λόγω εξωτερικών συνθηκών), δεν έχω την πολυτέλεια να, απαγορεύεται να, είναι αδύνατον να, με κανέναν τρόπο δεν γίνεται να
訳ありげ わけありげ
άλλο, επίθετο
- 01 που φαίνεται να έχει κάποιο πρόβλημα ή κρυφή ιστορία
訳詞 やくし
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση στίχων
訳読 やくどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προφορική μετάφραση, ανάγνωση και μετάφραση
訳柄 わけがら
ουσιαστικό
- 01 αιτία, περιστάσεις, νόημα
訳あり商品 わけありしょうひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν με ατέλεια (που πωλείται σε μειωμένη τιμή), ελαττωματικό εμπόρευμα
訳述 やくじゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάφραση και ερμηνεία