32 αποτελέσματα για «訴»

訴権 そけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, δικαίωμα άσκησης αγωγής
訴訟法 そしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 δικονομικό δίκαιο (σε αντιδιαστολή με το ουσιαστικό δίκαιο)
訴訟係属 そしょうけいぞく

ουσιαστικό

  1. 01 εκκρεμοδικία, εκκρεμής δίκη, κατά τη διάρκεια της δίκης
訴訟行為 そしょうこうい

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστική πράξη, διαδικαστική ενέργεια
訴願人 そがんにん

ουσιαστικό

  1. 01 αιτών, προσφεύγων
訴追者 そついしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγγελέας
訴追側 そついがわ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγγελική αρχή, κατηγορούσα αρχή
訴額 そがく

ουσιαστικό

  1. 01 αξία αντικειμένου της δίκης
訴外 そがい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο που δεν κατονομάζεται σε (τη συγκεκριμένη) δικαστική υπόθεση, μη διάδικος, πρόσωπο εκτός δίκης
訴訟沙汰 そしょうざた

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστική υπόθεση, κατάληξη σε δικαστική διαμάχη, νομική διένεξη, δικαστική αντιπαράθεση
訴訟手続 そしょうてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστική διαδικασία, νομικές διαδικασίες, δικονομία
  1. 01 κατηγορία, μήνυση
  2. 02 μηνύω, καταγγέλλω
  3. 03 παραπονιέμαι για πόνο
  4. 04 προσφεύγω σε, κάνω έκκληση σε