40 αποτελέσματα για «評»
評価値 ひょうかち
ουσιαστικό
- 01 τιμή αξιολόγησης
評釈 ひょうしゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπομνηματισμός, σχολιασμός
評判記 ひょうばんき
ουσιαστικό
- 01 γραπτό σχόλιο για αξιοσημείωτα γεγονότα ή πρόσωπα
評語 ひょうご
ουσιαστικό
- 01 κριτική παρατήρηση, σχόλιο
- 02 βαθμός (στο σχολείο, π.χ. Α, Β, Γ)
評者 ひょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 κριτικός, αναλυτής
評価損 ひょうかそん
ουσιαστικό
- 01 λογιστική ζημία, ζημία αποτίμησης, ζημία που προκύπτει από αναθεωρημένη αποτίμηση
評価報告書 ひょうかほうこくしょ
ουσιαστικό
- 01 αναφορά αξιολόγησης, έκθεση αποτίμησης, έκθεση εκτίμησης
評注 ひょうちゅう
ουσιαστικό
- 01 σχολιασμός, σημειώσεις και σχόλια
評価の尺度 ひょうかのしゃくど
ουσιαστικό
- 01 μέτρο αξιολόγησης
評註 ひょうちゅう
ουσιαστικό
- 01 σημείωση, σχολιασμός
評価式 ひょうかしき
ουσιαστικό
- 01 τύπος αξιολόγησης, πλάνο εκτίμησης
評説 ひょうせつ
ουσιαστικό
- 01 φήμη, διάδοση
- 02 σχόλιο, υπομνηματισμός, κριτική
評価引当金 ひょうかひきあてきん
ουσιαστικό
- 01 πρόβλεψη αποτίμησης
評定水準 ひょうていすいじゅん
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο αξιολόγησης
評価減 ひょうかげん
ουσιαστικό
- 01 απομείωση, υποτίμηση
評価替え ひょうかかえ
ουσιαστικό
- 01 επαναξιολόγηση
評価益 ひょうかえき
ουσιαστικό
- 01 λογιστικό κέρδος, κέρδος από αποτίμηση, κέρδος που προκύπτει από αναθεωρημένη αποτίμηση
評価損益 ひょうかそんえき
ουσιαστικό
- 01 λογιστική κερδοζημία, κέρδος ή ζημία από αποτίμηση
評価者 ひょうかしゃ
ουσιαστικό
- 01 αξιολογητής, εκτιμητής, κριτής
評
- 01 αξιολογώ, εκτιμώ
- 02 κριτική, επίκριση
- 03 σχόλιο, παρατήρηση