141 αποτελέσματα για «試»

試験管 しけんかん

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστικός σωλήνας
試算 しさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δοκιμαστικός υπολογισμός, προκαταρκτικός υπολογισμός, εκτίμηση
試験的 しけんてき

επίθετο

  1. 01 πειραματικός, προσωρινός
試運転 しうんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δοκιμαστική λειτουργία, δοκιμαστική διαδρομή
試行 しこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διενέργεια απόπειρας, δοκιμαστική λειτουργία
試験中 しけんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπό εξέταση, υπό δοκιμή (π.χ. συσκευή), σε δοκιμαστική περίοδο
試作機 しさくき

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο μοντέλο, πειραματικό μηχάνημα
試飲 しいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δοκιμή ποτού, γευσιγνωσία
試験問題 しけんもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 θέματα εξετάσεων, ερωτήσεις για εξέταση
試験結果 しけんけっか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελέσματα εξετάσεων, αποτέλεσμα δοκιμασίας, έκβαση τεστ
試験期間 しけんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος εξετάσεων
試金石 しきんせき

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστικός λίθος (εργαλείο ανάλυσης)
  2. 02 δοκιμαστικός λίθος (π.χ. της επιτυχίας), τεστ, λυδία λίθος
試供品 しきょうひん

ουσιαστικό

  1. 01 δωρεάν δείγμα, προωθητικό δώρο
試験場 しけんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα εξετάσεων, εξεταστικό κέντρο
  2. 02 εργαστήριο, σταθμός πειραμάτων, πεδίο δοκιμών
試射 ししゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δοκιμαστική βολή
試合場 しあいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγωνιστικός χώρος (για τζούντο, κέντο κ.λπ.), ρινγκ (για την πυγμαχία)
試薬 しやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστήριο
試し斬り ためしぎり

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμή νέου σπαθιού ή λεπίδας (αρχικά πάνω σε κάποιον, αλλά πλέον πάνω σε βρεγμένους στόχους από άχυρο)
試作段階 しさくだんかい

ουσιαστικό

  1. 01 στάδιο δοκιμών, πειραματική φάση, στάδιο πρωτοτύπου
試用期間 しようきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος αξιολόγησης (λογισμικού, νέου υπαλλήλου κ.λπ.), δοκιμαστική περίοδος, περίοδος δοκιμασίας