100 αποτελέσματα για «語»

語句 ごく N3

ουσιαστικό

  1. 01 λέξεις και φράσεις, λεξιλόγιο
語呂 ごろ

ουσιαστικό

  1. 01 ηχητικό αποτέλεσμα (μιας πρότασης), ευφωνία
  2. 02 λογοπαίγνιο, παιχνίδι με τις λέξεις, λογοπαίγνιο, παιχνίδι ρίμας
語り手 かたりて

ουσιαστικό

  1. 01 αφηγητής, παραμυθάς, αφηγητής απαγγελίας
語るに落ちる かたるにおちる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προδίδω κατά λάθος ένα μυστικό, φανερώνω άθελά μου κάτι που έπρεπε να μείνει κρυφό
語弊 ごへい

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένη διατύπωση, παραπλανητική δήλωση, παρεξήγηση που προκαλείται από παραπλανητική διατύπωση
語り草 かたりぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία, θέμα συζήτησης (που είναι στα χείλη όλων), θρύλος
語り尽くす かたりつくす

ρήμα

  1. 01 λέω όλα όσα θέλω να πω, εξαντλώ ένα θέμα
語り明かす かたりあかす

ρήμα

  1. 01 συζητώ όλη τη νύχτα, μιλώ μέχρι το ξημέρωμα
語り伝える かたりつたえる

ρήμα

  1. 01 μεταδίδω, κληροδοτώ (ιστορία ή παράδοση)
語呂合わせ ごろあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 λογοπαίγνιο, παιχνίδι με τις λέξεις, λογοπαίγνιο βασισμένο στον ήχο, παιχνίδι ομοιοκαταληξίας
語録 ごろく

ουσιαστικό

  1. 01 ανθολόγιο αποφθεγμάτων, ρήσεις
語学力 ごがくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα εκμάθησης γλωσσών, δεξιότητες ξένων γλωσσών, γλωσσική ικανότητα
語勢 ごせい

ουσιαστικό

  1. 01 έμφαση (π.χ. σε μια λέξη), τόνος φωνής
語法 ごほう

ουσιαστικό

  1. 01 λεξιλόγιο, γραμματική, σύνταξη, χρήση, διατύπωση
語義 ごぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σημασία λέξης
語るに足る かたるにたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αξίζω να ειπωθεί, αξίζω να εμπιστευτώ
語り物 かたりもの

ουσιαστικό

  1. 01 αφήγηση
語順 ごじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά λέξεων
語音 ごおん

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος λέξης, φωνητικοί ήχοι ομιλίας, φώνημα
語意 ごい

ουσιαστικό

  1. 01 σημασία λέξης