81 αποτελέσματα για «誤»
誤訳 ごやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη μετάφραση, κακή μετάφραση
誤読 ごどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη ανάγνωση, παρερμηνεία
誤答 ごとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λανθασμένη απάντηση
- 02 απαντώ λάθος, δίνω λανθασμένη απάντηση
誤認識 ごにんしき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη αναγνώριση, παρανόηση (κάποιου πράγματος ως κάτι άλλο)
誤飲 ごいん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατά λάθος κατάποση, τυχαία κατάποση αντικειμένου
誤りを犯す あやまりをおかす
άλλο, ρήμα
- 01 σφάλλω, διαπράττω λάθος, υποπίπτω σε σφάλμα
誤配 ごはい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη διανομή, λάθος παράδοση
誤差範囲 ごさはんい
ουσιαστικό
- 01 εύρος σφάλματος
誤審 ごしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη κρίση, λανθασμένη απόφαση
誤りを認める あやまりをみとめる
άλλο, ρήμα
- 01 παραδέχομαι ένα λάθος
誤記 ごき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη εγγραφή, λάθος καταχώριση, παραδρομή της γραφίδας, λανθασμένη καταγραφή (ποσού κ.λπ.)
誤伝 ごでん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη είδηση, παραπληροφόρηση
誤嚥 ごえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εισρόφηση (ξένου σώματος, τροφής κ.λπ.), πνευμονική εισρόφηση, κατάποση με λάθος τρόπο, καταπόσιμο σε λάθος αεραγωγό
誤導 ごどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραπλάνηση (κάποιου), εσφαλμένη κατεύθυνση, εκτροπή από τον σωστό δρόμο, χειραγώγηση (π.χ. της κοινής γνώμης)
誤信 ごしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη πεποίθηση, λανθασμένη αντίληψη, πλάνη, παρανόηση
誤変換 ごへんかん
ουσιαστικό
- 01 επιλογή λανθασμένου κάντζι (κατά την πληκτρολόγηση), τυπογραφικό λάθος σε κάντζι, λανθασμένη μετατροπή
誤断 ごだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη κρίση, λανθασμένη εκτίμηση
誤嚥性肺炎 ごえんせいはいえん
ουσιαστικό
- 01 εισροφητική πνευμονία
誤りに陥る あやまりにおちいる
άλλο, ρήμα
- 01 υποπίπτω σε σφάλμα
誤字る ごじる
ρήμα
- 01 κάνω τυπογραφικό λάθος, πληκτρολογώ λάθος χαρακτήρα