50 αποτελέσματα για «説»

説教師 せっきょうし

ουσιαστικό

  1. 01 ιεροκήρυκας
説破 せっぱ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικρούω, καταρρίπτω με επιχειρήματα
説き明かす ときあかす

ρήμα

  1. 01 εξηγώ, διασαφηνίζω, διευκρινίζω, αναλύω
説経 せっきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κήρυγμα πάνω στα σούτρα
説教者 せっきょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κήρυκας
説き出す ときいだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να μιλάω, αρχίζω να εξηγώ
説を立てる せつをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προτείνω μια θεωρία
説明者 せつめいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενημερωτής, εξηγητής, ερμηνευτής
説き勧める ときすすめる

ρήμα

  1. 01 πείθω
説話集 せつわしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή ιστοριών (κυρίως μύθων, θρύλων κ.λπ.)
説伏 せっぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πειθώ
説経節 せっきょうぶし

ουσιαστικό

  1. 01 σεκιομπούσι, αφηγηματικά τραγούδια βασισμένα σε βουδιστικά σούτρα συνοδευόμενα από σαμισέν
説き及ぶ ときおよぶ

ρήμα

  1. 01 αναφέρω, κάνω μνεία, θίγω ένα θέμα
説き示す ときしめす

ρήμα

  1. 01 εξηγώ, δείχνω, αποδεικνύω
説き起こす ときおこす

ρήμα

  1. 01 ξεκινώ μια εξήγηση (επιχείρημα, ιστορία, κ.λπ.)
説述 せつじゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση μιας ιδέας, έκθεση, επεξήγηση
説示 せつじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οδηγίες, εξηγήσεις
説き難い ときにくい

επίθετο

  1. 01 δυσνόητος, δύσκολος στην εξήγηση
説話文学 せつわぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 μυθολογική λογοτεχνία, αφηγηματική λογοτεχνία
説得上手 せっとくじょうず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πειστικότητα, ικανότητα στην τέχνη της πειθούς