142 αποτελέσματα για «読»

読書家 どくしょか

ουσιαστικό

  1. 01 μανιώδης αναγνώστης, βιβλιοφάγος
読み違える よみちがえる

ρήμα

  1. 01 διαβάζω λάθος, παρερμηνεύω
読み手 よみて

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνώστης
  2. 02 αυτός που διαβάζει τις κάρτες (στα παιχνίδια καρούτα)
  3. 03 ποιητής, συνθέτης ποιήματος
読みやすい よみやすい

επίθετο

  1. 01 ευανάγνωστος, καθαρογραμμένος
読解 どっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανόηση κειμένου
読み物 よみもの

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγνωσμα, υλικό ανάγνωσης
読みきる よみきる

ρήμα

  1. 01 τελειώνω το διάβασμα, διαβάζω ως το τέλος
  2. 02 καταλαβαίνω πλήρως, προβλέπω ολοκληρωτικά
読み出す よみだす

ρήμα

  1. 01 διαβάζω (π.χ. δεδομένα από έναν υπολογιστή ή διεργασία), ανακτώ
読心術 どくしんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 δοκσιντζούτσου (τηλεπάθεια, ανάγνωση της σκέψης)
読み間違える よみまちがえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαβάζω λάθος, παρερμηνεύω, παρεξηγώ
読本 とくほん

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνωστικό, εγχειρίδιο, οδηγός
  2. 02 σχολικό εγχειρίδιο (ειδικότερα, προπολεμικό αναγνωστικό ιαπωνικής γλώσσας για το δημοτικό σχολείο)
読本 よみほん

ουσιαστικό

  1. 01 γιομιχόν (είδος δημοφιλούς λογοτεχνίας από την ύστερη περίοδο Έντο)
読みにくい よみにくい

επίθετο

  1. 01 δυσανάγνωστος, δύσκολος στην ανάγνωση
読売 よみうり

ουσιαστικό

  1. 01 Γιομιούρι (ομάδα εφημερίδας κ.ά.)
  2. 02 καβαραμπάν (τύπος εφημερίδας μίας σελίδας της περιόδου Έντο), γιομιούρι
読み切り よみきり

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκλήρωση ανάγνωσης
  2. 02 αυτοτελής ιστορία (π.χ. σε περιοδικό), ολοκληρωμένη ιστορία, one-shot
  3. 03 παύσεις και διακοπές (σε μια πρόταση)
読み飛ばす よみとばす

ρήμα

  1. 01 προσπερνώ διαβάζοντας, ρίχνω μια γρήγορη ματιά
読書感想文 どくしょかんそうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση αξιολόγησης βιβλίου, σχολική εργασία με εντυπώσεις από ανάγνωση βιβλίου
読唇術 どくしんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειλεανάγνωση
読モ どくモ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο αναγνωστών, ερασιτέχνης μοντέλο που εμφανίζεται σε περιοδικά μόδας
読者モデル どくしゃモデル

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο-αναγνώστης, ερασιτέχνης μοντέλο που εμφανίζεται σε περιοδικά μόδας