40 αποτελέσματα για «課»

課税所得 かぜいしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογητέο εισόδημα
課税標準 かぜいひょうじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογική βάση, βάση επιβολής φόρου
課金機能 かきんきのう

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία χρέωσης
課税証明書 かぜいしょうめいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό φορολογικής δήλωσης
課制 かせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα τμημάτων (σε εταιρείες)
課税控除 かぜいこうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογική απαλλαγή
課程博士 かていはかせ

ουσιαστικό

  1. 01 διδακτορικό πτυχίο που αποκτάται μετά την ολοκλήρωση προγράμματος σπουδών
課税価額 かぜいかがく

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογητέα αξία
課金データ かきんデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα χρέωσης
課金レコード かきんレコード

ουσιαστικό

  1. 01 αρχείο χρέωσης
課金情報 かきんじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορίες χρέωσης, λογιστικές πληροφορίες
課金動作有効期間 かきんどうさゆうこうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ισχύος χρέωσης
課税漏れ かぜいもれ

ουσιαστικό

  1. 01 φοροδιαφυγή, απώλεια φορολογικών εσόδων
課徴金減免制度 かちょうきんげんめんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα επιείκειας, προσθήκη στον ιαπωνικό αντιμονοπωλιακό νόμο η οποία επιτρέπει τη μείωση των προστίμων για την πρώτη εταιρεία που εμπλέκεται σε καρτέλ κ.λπ. η οποία παραδέχεται τη συμμετοχή της
課口 かこう

ουσιαστικό

  1. 01 άνδρες που υπόκειντο σε φορολογία και καταναγκαστική εργασία (σύστημα ριτσουριό)
課戸 かこ

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια με τουλάχιστον ένα μέλος υποκείμενο σε φορολογία (σύστημα ριτσουριό)
課税対象額 かぜいたいしょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρό φορολογητέο ποσό (μετά την αφαίρεση ασφαλίστρων υγείας κ.λπ.)
課長補佐 かちょうほさ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός τμηματάρχη
課金アイテム かきんアイテム

ουσιαστικό

  1. 01 ψηφιακό αντικείμενο επί πληρωμή, αγορά εντός εφαρμογής, μικροσυναλλαγή (π.χ. σε βιντεοπαιχνίδι)
  1. 01 κεφάλαιο
  2. 02 μάθημα
  3. 03 τμήμα, ενότητα
  4. 04 τμήμα
  5. 05 τμήμα, διαίρεση
  6. 06 μετρητική λέξη για κεφάλαια (ενός βιβλίου)