41 αποτελέσματα για «請»

請ずる しょうずる

ρήμα

  1. 01 προσκαλώ, καλώ, οδηγώ κάποιον μέσα
請い求める こいもとめる

ρήμα

  1. 01 ικετεύω, ζητώ, απαιτώ, παρακαλώ
請負業 うけおいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργολαβία
請い受ける こいうける

ρήμα

  1. 01 λαμβάνω κατόπιν θερμής παράκλησης, ικετεύω
請宿 うけやど

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο εύρεσης και διάθεσης οικιακών βοηθών
請託 せいたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράκληση, αίτηση
請負制度 うけおいせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα εργολαβίας
請願権 せいがんけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα αναφοράς (προς την κυβέρνηση)
請雨 しょうう

ουσιαστικό

  1. 01 προσευχή για βροχή
請訓 せいくん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιτώ οδηγίες, ζητώ κατευθυντήριες γραμμές
請暇 せいか

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση άδειας, αίτημα για αναρρωτική ή εκπαιδευτική άδεια
請負工事 うけおいこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 εργολαβία
請け書 うけしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη επιβεβαίωση, γραπτή αναγνώριση, αποδεικτικό παραλαβής
請求記号 せいきゅうきごう

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο κατάταξης, κωδικός ταξινόμησης (π.χ. ενός βιβλίου σε μια βιβλιοθήκη)
請謁 せいえつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ικετευτική αίτηση για ακρόαση, παράκληση για συνάντηση
請け判 うけはん

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα εγγύησης
請花 うけばな

ουσιαστικό

  1. 01 ουκεμπάνα, στήριγμα σε σχήμα λωτού σε βάθρο, φανάρι, ακροκέραμο παγόδας κ.ά.
請求権を申し立てる せいきゅうけんをもうしたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασκώ αξίωση
請求先住所 せいきゅうさきじゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 διεύθυνση χρέωσης (π.χ. πιστωτικής κάρτας)
請求項 せいきゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 αξίωση (ειδικά σε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας)