51 αποτελέσματα για «講»

講武 こうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτική εκπαίδευση
講和会議 こうわかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συνέδριο ειρήνης
講談師 こうだんし

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας αφηγητής παραδοσιακών ιστοριών (κοντάνσι)
講中 こうじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική ένωση
講演者 こうえんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλητής, εισηγητής
講和条件 こうわじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 όροι ειρήνης, προϋποθέσεις ειρήνης
講義録 こうぎろく

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτικά διάλεξης
講会 こうかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση (ειδικότερα, αμοιβαίου χρηματοδοτικού συλλόγου)
講会 こうえ

ουσιαστικό

  1. 01 ιεροκήρυγμα (βουδιστικό), διαλέξεις
講談本 こうだんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο με προφορικές αφηγήσεις, βιβλίο με ιστορίες
講演料 こうえんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή ομιλητή
講読 こうどく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση, μετάφραση
講説 こうせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση (μέσω διάλεξης)
講社 こうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική ένωση
講筵 こうえん

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα διαλέξεων, διάλεξη
講書 こうしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλεξη πάνω σε λογοτεχνικό κείμενο, διάλεξη λογοτεχνικής κριτικής
講述 こうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 πανεπιστημιακή διάλεξη
講師料 こうしりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή εισηγητή, δίδακτρα
講習料 こうしゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δίδακτρα, τέλη εκπαίδευσης
講習会場 こうしゅうかいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εκπαίδευσης, κέντρο επιμόρφωσης