37 αποτελέσματα για «護»

護送船 ごそうせん

ουσιαστικό

  1. 01 πλοίο συνοδείας
護衛空母 ごえいくうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπλανοφόρο συνοδείας, ελαφρύ αεροπλανοφόρο
護拳 ごけん

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακτήρας (σπαθιού)
護送船団 ごそうせんだん

ουσιαστικό

  1. 01 νηοπομπή
護衛駆逐艦 ごえいくちくかん

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδό αντιτορπιλικό
護国神社 ごこくじんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γκονκόκου τζίντζα, ναός προς τιμήν των πεσόντων στον πόλεμο
護憲運動 ごけんうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 κίνημα υπεράσπισης του Συντάγματος
護憲 ごけん

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία του συντάγματος
護身刀 ごしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 σπαθί για αυτοάμυνα
護摩の灰 ごまのはい

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτης που υποδύεται τον συνταξιδιώτη
護憲派 ごけんは

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτές της προστασίας του Συντάγματος, υποστηρικτής του ισχύοντος Συντάγματος
護教論 ごきょうろん

ουσιαστικό

  1. 01 απολογητική
護法善神 ごほうぜんじん

ουσιαστικό

  1. 01 ευεργετικές θεότητες που προστατεύουν το ντάρμα
護送船団方式 ごそうせんだんほうしき

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα νηοπομπής, ιαπωνική οικονομική πολιτική αποτροπής της κατάρρευσης ασθενέστερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων
護持僧 ごじそう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός μοναχός-προστάτης, μοναχός που τελούσε τελετουργίες για την ευημερία του αυτοκρατορικού οίκου
護照 ごしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαβατήριο
  1. 01 διαφυλάσσω, προστατεύω
  2. 02 προστατεύω