58 αποτελέσματα για «豊»

豊凶 ほうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 καλή ή κακή σοδειά
豊饒の海 ほうじょうのうみ

ουσιαστικό

  1. 01 Θάλασσα της Γονιμότητας (τετραλογία του Μισίμα)
豊熟 ほうじゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλούσια σοδειά
豊沃 ほうよく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γονιμότητα
豊田紡織 とよだぼうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 Τογιόντα Μποσόκου Κορπορέισον
豊後梅 ぶんごうめ

ουσιαστικό

  1. 01 μπούνγκο-ούμε, ιαπωνική βερικοκιά της ποικιλίας Μπούνγκο (Prunus mume var. bungo)
豊年祭 ほうねんさい

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή γονιμότητας, γιορτή συγκομιδής
豊胸術 ほうきょうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυξητική στήθους, αυξητική μαστοπλαστική
豊田通商 とよだつうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Τογιόντα Τσουσό Κορπορέισον
豊作貧乏 ほうさくびんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 φτωχοποίηση των αγροτών λόγω υπερπαραγωγής (όπου η πτώση των τιμών εξαιτίας της πλεονάζουσας σοδειάς οδηγεί σε μείωση του εισοδήματός τους)
豊後風土記 ぶんごふどき

ουσιαστικό

  1. 01 Μπούνγκο Φουντόκι (περιγραφή του πολιτισμού, του κλίματος, κ.λπ. της επαρχίας Μπούνγκο· 732 μ.Χ.)
豊年満作 ほうねんまんさく

ουσιαστικό

  1. 01 πλούσια σοδειά, χρονιά με άφθονη παραγωγή ρυζιού
豊穣の角 ほうじょうのつの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κέρας της Αμάλθειας, κέρας της αφθονίας
豊受大神宮 とようけだいじんぐう

ουσιαστικό

  1. 01 Τογιούκε Νταϊζινγκού (το εξωτερικό ιερό του Ιερού της Ίσε), Ιερό Τογιούκε
豊作飢饉 ほうさくききん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαθλίωση των αγροτών λόγω υπερπαραγωγής, μείωση του αγροτικού εισοδήματος που προκαλείται από την απότομη πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων εξαιτίας της συγκομιδής ρεκόρ
豊田自動織機 とよたじどうしょっき

ουσιαστικό

  1. 01 Τογιότα Τζιντό Σόκι (εταιρεία παραγωγής βιομηχανικού εξοπλισμού)
豊水 ほうすい

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή στάθμη νερού, αφθονία νερού
  2. 02 χοσούι (ποικιλία αχλαδιάς nashi, Pyrus pyrifolia)
豊後国風土記 ぶんごのくにふどき

ουσιαστικό

  1. 01 Μπούνγκο νο Κούνι Φουντόκι (περιγραφή του πολιτισμού, του κλίματος κ.ά. της επαρχίας Μπούνγκο, 732 μ.Χ.)
豊橋技術科学大学 とよはしぎじゅつかがくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Τογιοχάσι
豊年蝦 ほうねんえび

ουσιαστικό

  1. 01 χουνενέμπι (είδος βραγχιόποδου καρκινοειδούς)