28 αποτελέσματα για «貞»

貞観地震 じょうがんじしん

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμός Σανρίκου του 869 μ.Χ.
貞操堅固 ていそうけんご

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αγνός (συνήθως ως προς τον σύζυγο), πιστός
貞観殿 じょうがんでん

ουσιαστικό

  1. 01 περίπτερο που στεγάζει την αίθουσα υποδοχής της αυτοκράτειρας (στο εσωτερικό του παλατιού Χεϊάν)
貞元 じょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Τζογκέν (13 Ιουλίου 976 - 29 Νοεμβρίου 978), περίοδος Τέιγκεν
貞はる さだはる

ρήμα

  1. 01 αναλώνομαι υπερβολικά σε ένα θέμα
貞操蹂躙 ていそうじゅうりん

ουσιαστικό

  1. 01 βιασμός, κατάχρηση, παραβίαση
貞静学園短期大学 ていせいがくえんたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Τεϊσέι Γκακουέν Τάνκι Νταϊγκάκου
  1. 01 έντιμος
  2. 02 αγνότητα
  3. 03 σταθερότητα, αφοσίωση
  4. 04 δικαιοσύνη