36 αποτελέσματα για «貨»

貨物機関車 かもつきかんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική ατμομηχανή, φορτηγός μηχανή τρένου
貨物箱 かもつばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κιβώτιο μεταφοράς εμπορευμάτων
貨幣数量説 かへいすうりょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοτική θεωρία του χρήματος
貨幣学 かへいがく

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματική
貨車渡し かしゃわたし

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερο επί φορταμαξών, φορτωτέο επί σιδηροδρομικών βαγονιών
貨物保険 かもつほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλιση φορτίου
貨幣同盟 かへいどうめい

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματική ένωση
貨幣錯覚 かへいさっかく

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματική ψευδαίσθηση
貨幣石 かへいせき

ουσιαστικό

  1. 01 νομμουλίτης
貨幣創出 かへいそうしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργία χρήματος
貨賂 かろ

ουσιαστικό

  1. 01 δωροδοκία
貨幣国定説 かへいこくていせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κρατιστική θεωρία του χρήματος
貨物線 かもつせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή εμπορευμάτων, εμπορική σιδηροδρομική γραμμή
貨客車 かきゃくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα μεταφοράς επιβατών και εμπορευμάτων, τροχαίο υλικό
貨物運送協会 かもつうんそうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεσμος μεταφορών εμπορευμάτων, FTA
  1. 01 φορτίο
  2. 02 αγαθά, εμπορεύματα
  3. 03 ιδιοκτησία, περιουσία