38 αποτελέσματα για «販»
販売不振 はんばいふしん
ουσιαστικό
- 01 πτώση πωλήσεων, κακές πωλήσεις
販社 はんしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία πωλήσεων, διανομέας
販売機会 はんばいきかい
ουσιαστικό
- 01 ευκαιρία πώλησης
販売名 はんばいめい
ουσιαστικό
- 01 εμπορική ονομασία
販売時点 はんばいじてん
ουσιαστικό
- 01 σημείο πώλησης (POS)
販売協力 はんばいきょうりょく
ουσιαστικό
- 01 εμπορική συνεργασία, συνέργεια πωλήσεων
販売術 はんばいじゅつ
ουσιαστικό
- 01 τέχνη των πωλήσεων, ικανότητα πώλησης
販売値段 はんばいねだん
ουσιαστικό
- 01 τιμή πώλησης
販売時点情報管理システム はんばいじてんじょうほうかんりシステム
ουσιαστικό
- 01 σύστημα διαχείρισης πληροφοριών σημείου πώλησης, σύστημα POS
販売時点管理 はんばいじてんかんり
ουσιαστικό
- 01 σύστημα διαχείρισης πωλήσεων στο σημείο πώλησης
販管費 はんかんひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα διοίκησης και διάθεσης
販売費 はんばいひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα πώλησης, δαπάνες διάθεσης
販推 はんすい
ουσιαστικό
- 01 προώθηση πωλήσεων
販売実績 はんばいじっせき
ουσιαστικό
- 01 αποτέλεσμα πωλήσεων
販売終了 はんばいしゅうりょう
ουσιαστικό
- 01 τερματισμός πωλήσεων, παύση πωλήσεων
販売チャネル はんばいチャネル
ουσιαστικό
- 01 κανάλι πωλήσεων
販売権 はんばいけん
ουσιαστικό
- 01 δικαιώματα πώλησης, δικαιώματα διανομής, δικαιώματα εμπορίας
販
- 01 μάρκετινγκ
- 02 πουλώ
- 03 εμπόριο