Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
23 αποτελέσματα για «貫»
貫入岩
かんにゅうがん
ουσιαστικό
01
διεισδυτικό πέτρωμα
貫乳
かんにゅう
ουσιαστικό
01
ρηγμάτωση (στο λούστρο κεραμικών), δικτυωτό ράγισμα
貫
01
τρυπώ, διαπερνώ
02
οκτώ και ένα τρίτο λίβρες
03
διεισδύω
04
στηρίζω, στερεώνω
←
Σελίδα 2 από 2
→