43 αποτελέσματα για «貯»

貯炭 ちょたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθήκευση άνθρακα, αποθηκευμένος άνθρακας
貯蓄銀行 ちょちくぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ταμιευτήριο
貯木場 ちょぼくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη ξυλείας
貯金を殖やす ちょきんをふやす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αυξάνω τις οικονομίες μου
貯蔵物 ちょぞうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθέματα, στοκ, αποθήκευμα, απόθεμα, εμπόρευμα
貯湯槽 ちょとうそう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή ζεστού νερού
貯炭所 ちょたんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος αποθήκευσης άνθρακα
貯木 ちょぼく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόθεμα ξυλείας, διατήρηση ξυλείας σε αποθήκη
貯蔵穴 ちょぞうけつ

ουσιαστικό

  1. 01 λάκκος αποθήκευσης (ιδίως κατά τις περιόδους Τζομόν και Γιαγιόι)
貯金局 ちょきんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία ταχυδρομικού ταμιευτηρίου
貯蓄債券 ちょちくさいけん

ουσιαστικό

  1. 01 ομολογιακό δάνειο αποταμίευσης
貯蓄関数 ちょちくかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση αποταμίευσης
貯蓄のパラドックス ちょちくのパラドックス

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοξο της αποταμίευσης
貯蓄保険 ちょちくほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλεια αποταμίευσης
貯油施設 ちょゆしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη καυσίμων, εγκατάσταση αποθήκευσης πετρελαιοειδών προϊόντων
貯食 ちょしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθήκευση τροφής
貯蓄性向 ちょちくせいこう

ουσιαστικό

  1. 01 ροπή προς αποταμίευση, δείκτης αποταμίευσης ως προς το εισόδημα
貯湯 ちょとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθήκευση ζεστού νερού, αποθήκευση θερμού ύδατος
貯精嚢 ちょせいのう

ουσιαστικό

  1. 01 σπερματοθήκη
貯穀害虫 ちょこくがいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 έντομο αποθηκευμένων σιτηρών