72 αποτελέσματα για «貸»
貸付金 かしつけきん
ουσιαστικό
- 01 δάνειο
貸して上げる かしてあげる
ρήμα
- 01 δανείζω (π.χ. χρήματα)
貸し馬車 かしばしゃ
ουσιαστικό
- 01 αμαξίδιο προς ενοικίαση
貸座敷 かしざしき
ουσιαστικό
- 01 δωμάτιο με τατάμι που ενοικιάζεται για συναντήσεις, γεύματα κ.λπ.
- 02 χώρος για ερωτικά ραντεβού
- 03 οίκος ανοχής (της περιόδου Έντο)
貸し倒れ かしだおれ
ουσιαστικό
- 01 επισφαλής απαίτηση, ανείσπρακτο χρέος
貸方 かしかた
ουσιαστικό
- 01 πιστωτής, δανειστής, πλευρά πίστωσης (του καθολικού)
- 02 τρόπος δανεισμού
貸借対照表 たいしゃくたいしょうひょう
ουσιαστικό
- 01 ισολογισμός
貸し主 かしぬし
ουσιαστικό
- 01 δανειστής, πιστωτής, ιδιοκτήτης
貸出期間 かしだしきかん
ουσιαστικό
- 01 περίοδος δανεισμού, διάρκεια δανεισμού (π.χ. για βιβλίο βιβλιοθήκης)
貸し渋り かししぶり
ουσιαστικό
- 01 διστακτικότητα για παροχή δανείων, περιορισμένη δανειοδότηση, πιστωτική ασφυξία
貸し手 かして
ουσιαστικό
- 01 δανειστής
貸し衣装 かしいしょう
ουσιαστικό
- 01 ρούχα ή κοστούμια προς ενοικίαση
貸切風呂 かしきりぶろ
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό λουτρό με δυνατότητα κράτησης
貸出用 かしだしよう
ουσιαστικό
- 01 προς δανεισμό (π.χ. βιβλία βιβλιοθήκης)
貸室 かししつ
ουσιαστικό
- 01 ενοικιαζόμενο δωμάτιο, δωμάτιο προς ενοικίαση, επαγγελματικός χώρος προς ενοικίαση
貸店舗 かしてんぽ
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα προς ενοικίαση
貸しはがし かしはがし
ουσιαστικό
- 01 απόσυρση δανειακής πίστωσης (π.χ. από μια τράπεζα), ανάκληση πίστωσης, επιμονή στην αποπληρωμή
貸しビル かしビル
ουσιαστικό
- 01 ενοικιαζόμενο κτίριο γραφείων
貸物 かしもの
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενα προς ενοικίαση, αντικείμενα προς δανεισμό
貸費生 たいひせい
ουσιαστικό
- 01 υπότροφος με υποχρέωση επιστροφής χρημάτων