41 αποτελέσματα για «賃»
賃金交渉 ちんぎんこうしょう
ουσιαστικό
- 01 διαπραγμάτευση μισθού
賃借り ちんがり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενοικίαση, μίσθωση
賃金カット ちんぎんカット
ουσιαστικό
- 01 περικοπή μισθού
賃下げ ちんさげ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μείωση μισθού
賃走 ちんそう
ουσιαστικό
- 01 μεταφορά επιβάτη
賃金体系 ちんぎんたいけい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα αμοιβών, μισθολογική δομή
賃金格差 ちんぎんかくさ
ουσιαστικό
- 01 μισθολογικό χάσμα, διαφορά μισθών, μισθολογική απόκλιση
賃借権 ちんしゃくけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα μίσθωσης
賃金奴隷 ちんぎんどれい
ουσιαστικό
- 01 μισθωτός σκλάβος
賃金労働 ちんぎんろうどう
ουσιαστικό
- 01 μισθωτή εργασία, κερδοφορία μέσω μισθού
賃貸料金 ちんたいりょうきん
ουσιαστικό
- 01 ενοίκιο, μίσθωμα
賃貸価格 ちんたいかかく
ουσιαστικό
- 01 μισθωτική αξία
賃率 ちんりつ
ουσιαστικό
- 01 εργατικό κόστος, ποσοστό αμοιβής, μισθολογικός συντελεστής, ποσοστό εισοδήματος
賃金の格差 ちんぎんのかくさ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μισθολογική διαφορά
賃金水準 ちんぎんすいじゅん
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο μισθών
賃貸人 ちんたいにん
ουσιαστικό
- 01 εκμισθωτής
賃金凍結 ちんぎんとうけつ
ουσιαστικό
- 01 πάγωμα μισθών
賃料減額 ちんりょうげんがく
ουσιαστικό
- 01 μείωση ενοικίου
賃金率 ちんぎんりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό μισθού, ύψος αμοιβής
賃加工 ちんかこう
ουσιαστικό
- 01 κατ' αποκοπή εργασία, εργολαβική εργασία