65 αποτελέσματα για «質»
質問者 しつもんしゃ
ουσιαστικό
- 01 ερωτών, ανακριτής, παρεμβάλλων
質的 しつてき
επίθετο
- 01 ποιοτικός
質に入れる しちにいれる
άλλο, ρήμα
- 01 ενεχυριάζω
質がいい しつがいい
άλλο, επίθετο
- 01 υψηλής ποιότητας, ανώτερης ποιότητας
質素倹約 しっそけんやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απλότητα και λιτότητα, οικονομία και αποταμίευση
質朴 しつぼく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 απλός (και ειλικρινής), απλοϊκός, αγαθός
質草 しちぐさ
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο που δίνεται ως ενέχυρο
質量保存の法則 しつりょうほぞんのほうそく
ουσιαστικό
- 01 νόμος διατήρησης της μάζας
質実 しつじつ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 απλότητα, λιτότητα
質料 しつりょう
ουσιαστικό
- 01 ύλη (στον αριστοτελισμό)
質入れ しちいれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενεχυρίαση
- 02 υποθήκευση (μετοχών, δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών, κ.λπ.)
質問状 しつもんじょう
ουσιαστικό
- 01 γραπτή ερώτηση, ερωτηματολόγιο
質問書 しつもんしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφη ερώτηση, έγγραφο ερωτήματος
質札 しちふだ
ουσιαστικό
- 01 ενέχυρο
質店 しちてん
ουσιαστικό
- 01 ενεχυροδανειστήριο
質物 しちもつ
ουσιαστικό
- 01 ενέχυρο, εγγύηση (που δίνεται ως εξασφάλιση)
質問時間 しつもんじかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος ερωτήσεων (π.χ. στο κοινοβούλιο, στη δίαιτα κ.λπ.), περίοδος ερωτήσεων, χρόνος που διατίθεται για ερωτήσεις
質流れ しちながれ
ουσιαστικό
- 01 κατάπτωση ενεχύρου, αζήτητο ενέχυρο, κατάσχεση
質権 しちけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα ενεχύρου
質問用紙 しつもんようし
ουσιαστικό
- 01 ερωτηματολόγιο