344 αποτελέσματα για «赤»
赤裸々 せきらら
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 γυμνός, ερωτικός
- 02 ωμός (π.χ. αλήθεια), απροκάλυπτος (π.χ. γεγονός), ειλικρινής, ανυπόκριτος
赤みがかる あかみがかる
άλλο, ρήμα
- 01 κοκκινίζω, αποκτώ μια ελαφρώς κόκκινη απόχρωση
赤信号 あかしんごう
ουσιαστικό
- 01 κόκκινο φανάρι (τροχαίας)
- 02 κόκκινο φανάρι, σήμα για σταμάτημα, ένδειξη κινδύνου
赤茶色 あかちゃいろ
ουσιαστικό
- 01 κεραμιδί, κοκκινωπό καφέ
赤松 あかまつ
ουσιαστικό
- 01 ακαμάτσου (ιαπωνική κόκκινη πεύκη, pinus densiflora), ιαπωνική πεύκη-ομπρέλα, πεύκη τανιόσο
赤ら顔 あからがお
ουσιαστικό
- 01 κόκκινο πρόσωπο
赤銅色 しゃくどういろ
ουσιαστικό
- 01 καφετής, ηλιοκαμένος
赤茶ける あかちゃける
ρήμα
- 01 κοκκινίζω, αποκτώ καφεκόκκινο χρώμα, ξεθωριάζω παίρνοντας καφεκόκκινη απόχρωση
赤い糸 あかいいと
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κόκκινη κλωστή της μοίρας, στην κινεζική και ιαπωνική λαογραφία, λέγεται ότι οι προορισμένοι εραστές ενώνονται με μια αόρατη κόκκινη κλωστή, δεμένη γύρω από το μικρό δάχτυλο του καθενός
赤飯 せきはん
ουσιαστικό
- 01 κόκκινο ρύζι (με φασόλια αζούκι και γλουτινώδες ρύζι) για εορταστικές περιστάσεις
赤熱 せきねつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πύρωση, ερυθρά θέρμανση
赤目 あかめ
ουσιαστικό
- 01 κόκκινα μάτια, μάτια με αιμορραγία
- 02 red-eye (νυχτερινή πτήση)
- 03 κέφαλος (Chelon haematocheilus)
- 04 γκριμάτσα όπου κάποιος τραβάει το βλέφαρό του προς τα κάτω και βγάζει τη γλώσσα του
赤目 あかべ
ουσιαστικό
- 01 γκριμάτσα που γίνεται τραβώντας το κάτω βλέφαρο προς τα κάτω και βγάζοντας τη γλώσσα έξω
赤ずきん あかずきん
ουσιαστικό
- 01 Κοκκινοσκουφίτσα
赤道 せきどう N2
ουσιαστικό
- 01 ισημερινός
- 02 ουράνιος ισημερινός
赤褐色 せっかっしょく
ουσιαστικό
- 01 κοκκινωπό καφέ, ερυθρωπός
赤紫 あかむらさき
ουσιαστικό
- 01 κοκκινομοβ
赤鬼 あかおに
ουσιαστικό
- 01 κόκκινος δαίμονας με κέρατα, κόκκινος γίγαντας (άκα ονί)
赤身 あかみ
ουσιαστικό
- 01 κόκκινη σάρκα (ψαριού), ψάρι με κόκκινη σάρκα (π.χ. τόνος), άπαχο κρέας
- 02 εγκάρδιο ξύλο
赤っぽい あかっぽい
επίθετο
- 01 κοκκινωπός