70 αποτελέσματα για «走»

走狗 そうく

ουσιαστικό

  1. 01 λαγωνικό, κυνηγόσκυλο
  2. 02 υποτελές όργανο, πιόνι, τσιράκι, το μακρύ χέρι κάποιου άλλου
走りすぎる はしりすぎる

ρήμα

  1. 01 τρέχω και προσπερνώ
  2. 02 προχωρώ υπερβολικά πολύ μπροστά
走法 そうほう

ουσιαστικό

  1. 01 στυλ τρεξίματος
走り幅跳び はしりはばとび

ουσιαστικό

  1. 01 άλμα εις μήκος
走り抜く はしりぬく

ρήμα

  1. 01 τρέχω πιο γρήγορα από κάποιον, διατρέχω μια απόσταση μέχρι το τέλος
走力 そうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα στο τρέξιμο
走行距離 そうこうきょり

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση διαδρομής, χιλιομετρική απόσταση
走り屋 はしりや

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιος δρομέας δρόμου, οδηγός που συμμετέχει σε παράνομους αγώνες ταχύτητας
走り高跳び はしりたかとび

ουσιαστικό

  1. 01 άλμα εις ύψος με φόρα
走路 そうろ

ουσιαστικό

  1. 01 πίστα αγώνων, διαδρομή, δρόμος ταχείας κυκλοφορίας
走り使い はしりづかい

ουσιαστικό

  1. 01 αγγελιοφόρος, αυτός που κάνει θελήματα
走塁 そうるい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρέξιμο στις βάσεις
走馬灯のように駆け巡る そうまとうのようにかけめぐる

άλλο, ρήμα

  1. 01 περνώ σαν ταινία μπροστά από τα μάτια κάποιου (για αναμνήσεις κ.λπ.)
走行車線 そうこうしゃせん

ουσιαστικό

  1. 01 λωρίδα κυκλοφορίας
走査線 そうさせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή σάρωσης (π.χ. στην τηλεόραση)
走行可能 そうこうかのう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελέσιμος, μετακινήσιμος
走れメロス はしれメロス

ουσιαστικό

  1. 01 Τρέξε, Μέλος! (διήγημα του Οσάμου Ντάζαϊ)
走攻守 そうこうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 τρέξιμο, χτύπημα και άμυνα
走破性 そうはせい

ουσιαστικό

  1. 01 οδική συμπεριφορά, ικανότητα διέλευσης από δύσβατα εδάφη
走り読み はしりよみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορη ανάγνωση, διαγώνια ανάγνωση (ενός κειμένου)