22 αποτελέσματα για «趣»

趣味人 しゅみじん

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτέχνης, άτομο με πολλά ενδιαφέροντα, ερασιτέχνης (με την έννοια του ασχολούμενου για ευχαρίστηση)
趣
  1. 01 σκοπός, νόημα, ουσία
  2. 02 ουσία, κύριο σημείο, νόημα
  3. 03 κομψότητα, χάρη
  4. 04 ενδιαφέρον
  5. 05 προχωρώ σε, συνεχίζω να
  6. 06 τείνω, έχω την τάση
  7. 07 γίνομαι