45 αποτελέσματα για «路»

路上生活 ろじょうせいかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβίωση στον δρόμο, ζωή στον δρόμο, αστεγία
路駐 ろちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στάθμευση στον δρόμο, παρκάρισμα στο οδόστρωμα
路面店 ろめんてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα ισογείου, κατάστημα με πρόσοψη στον δρόμο
路傍の人 ろぼうのひと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτα ξένος, απλός περαστικός, ξένος
路チュー ろチュー

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο φιλί στον δρόμο
路程 ろてい

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση
路加 るか

ουσιαστικό

  1. 01 Άγιος Λουκάς
路側帯 ろそくたい

ουσιαστικό

  1. 01 πεζοδρόμιο στην άκρη του δρόμου
路盤 ろばん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 υπόβαση οδοστρώματος
  2. 02 γραμμές πάνω σε ταμπλό
路上強盗 ろじょうごうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ληστεία στον δρόμο, ληστής στον δρόμο
路地口 ろじぐち

ουσιαστικό

  1. 01 είσοδος δρομίσκου
路面凍結 ろめんとうけつ

ουσιαστικό

  1. 01 παγωμένο οδόστρωμα

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος, οδός
  2. 02 δρόμος για..., οδός προς...
路線転換 ろせんてんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή πολιτικής (αναστροφή)
路線に沿って ろせんにそって

άλλο

  1. 01 κατά μήκος της διαδρομής (γραμμής)
路標 ろひょう

ουσιαστικό

  1. 01 οδική πινακίδα
路床 ろしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπόβαση οδοστρώματος
路線価 ろせんか

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή δρόμου, η αξία της γης που εφάπτεται σε κύρια οδική αρτηρία και χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομιάς και δωρεάς
路上犯罪 ろじょうはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 εγκληματικότητα του δρόμου
路上寝 ろじょうね

ουσιαστικό

  1. 01 κοίμηση στον δρόμο (λόγω μέθης)