42 αποτελέσματα για «跳»

跳ね出す はねだす

ρήμα

  1. 01 πετάγομαι ή ορμώ έξω
跳躍距離 ちょうやくきょり

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση άλματος
跳ね馬 はねうま

ουσιαστικό

  1. 01 ατίθασο άλογο, απείθαρχο άλογο
跳満 はねマン

ουσιαστικό

  1. 01 κερδισμένη παρτίδα αξίας 12000 πόντων (ή 18000 πόντων, αν ο παίκτης είναι ντίλερ)
跳人 はねと

ουσιαστικό

  1. 01 χορευτής του φεστιβάλ Νεμπούτα
跳ね出る はねでる

ρήμα

  1. 01 πετάγομαι ή ξεπετάγομαι έξω
跳ね上げ戸 はねあげど

ουσιαστικό

  1. 01 καταπακτή, ανακλινόμενη πόρτα, ανοιγόμενο κάλυμμα
跳ね太鼓 はねだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 τυμπανοκρουσία στο τέλος της ημέρας της πάλης, που προσκαλεί τους θεατές να επιστρέψουν αύριο
跳ね板 はねいた

ουσιαστικό

  1. 01 τραμπολίνο, βατήρας
跳ね上がり者 はねあがりもの

ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητικό άτομο, αγοροκόριτσο
跳開橋 ちょうかいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα με ανακλινόμενα τμήματα, κινητή γέφυρα
跳ね掛ける はねかける

ρήμα

  1. 01 πιτσιλώ, καταβρέχω
  2. 02 επιρρίπτω ευθύνες
跳び虫 とびむし

ουσιαστικό

  1. 01 κολλέμβολο (άπτερο έντομο της τάξης των Κολλέμβολων)
跳鯊 とびはぜ

ουσιαστικό

  1. 01 λασποπηδητής (περιόφθαλμος ο καντονέζικος), λασποπηδητής
跳鼠 トビネズミ

ουσιαστικό

  1. 01 πηδηχτό ποντίκι (οποιοδήποτε τρωκτικό της οικογένειας Διποδίδες)
跳躍振動 ちょうやくしんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ταλάντωση χαλάρωσης
跳ね起き はねおき

ουσιαστικό

  1. 01 αναπήδηση στα πόδια (ακροβατικά)
跳地鼠 はねじねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεφαντομυγαλής (είδη της οικογένειας Macroscelididae)
跳兎 とびうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τομπιουσάγκι (είδος τρωκτικού της Αφρικής που μοιάζει με λαγό, Pedetes capensis)
跳躍競技 ちょうやくきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνισμα αλμάτων (στίβος)