23 αποτελέσματα για «踊»

踊子草 おどりこそう

ουσιαστικό

  1. 01 λαμίο το λευκό η γενειοφόρος ποικιλία (ποικιλία της λευκής αρκουδόβατου)
踊り言葉 おどりことば

ουσιαστικό

  1. 01 λέξη που αποτελείται από δύο επαναλαμβανόμενες συλλαβές
  1. 01 πηδάω
  2. 02 χορεύω
  3. 03 κάνω άλμα
  4. 04 χοροπηδάω