40 αποτελέσματα για «蹴»

蹴爪 けづめ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήκτρο (κόκορα, φασιανού κ.λπ.), κεντρί
  2. 02 καρπός (του αλόγου), κοτσανάκι
蹴球 しゅうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ποδόσφαιρο (ποδόσφαιρο, ράγκμπι, αμερικανικό ποδόσφαιρο κ.λπ.· ειδικότερα το ποδόσφαιρο)
蹴返す けかえす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ προς τα πίσω
蹴込む けこむ

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ μέσα
  2. 02 υφίσταμαι οικονομική ζημία
蹴出す けだす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ προς τα έξω
  2. 02 περικόπτω (έξοδα)
蹴込み けこみ

ουσιαστικό

  1. 01 υψομετρικό σκαλοπατιού, πάτημα
蹴放す けはなす

ρήμα

  1. 01 αποτινάζω με κλωτσιά, απελευθερώνω με κλωτσιά, διώχνω με κλωτσιά
  2. 02 ανοίγω με κλωτσιά (π.χ. συρόμενη πόρτα)
蹴放し けはなし

ουσιαστικό

  1. 01 κατώφλι (χωρίς τις αυλακώσεις που απαιτούνται για συρόμενη πόρτα), ουδός
蹴合い けあい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίο λάκτισμα
  2. 02 κοκορομαχία
蹴上がり けあがり

ουσιαστικό

  1. 01 κλωτσιά, ανέβασμα σε μονόζυγο με κλωτσιά (κεαγκάρι)
蹴手繰り けたぐり

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική ανατροπής με εσωτερικό λάκτισμα στον αστράγαλο
蹴上げ けあげ

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμίδα (σε κλίμακα ή σκάλα), ύψος βαθμίδας
蹴爪陸亀 けづめりくがめ

ουσιαστικό

  1. 01 αφρικανική χελώνα με ακίδες (Centrochelys sulcata), χελώνα σουλκάτα
蹴返し けかえし

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύουσα εσωτερική ανατροπή με το πόδι
蹴子 しゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 εξωλκέας (τυφεκίου, πιστολιού)
蹴子覆 しゅうしふく

ουσιαστικό

  1. 01 περίβλημα εξολκέα (τυφέκιο, πιστόλι)
蹴子痕 しゅうしこん

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι εξολκέα (σε κάλυκα)
蹴りを入れる けりをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλωτσώ (ιδίως με δύναμη)
蹴球場 しゅうきゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γήπεδο ποδοσφαίρου
  1. 01 κλωτσάω