30 αποτελέσματα για «軌»

軌道離心率 きどうりしんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακή εκκεντρότητα
軌道間隔 きどうかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 εύρος σιδηροδρομικής γραμμής
軌陸車 きりくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αμφίβιο όχημα σιδηροδρόμου (όχημα που μπορεί να κινείται τόσο σε σιδηροδρομικές γραμμές όσο και σε κανονικούς δρόμους)
軌道共鳴 きどうきょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακός συντονισμός
軌道マヌーバ きどうマヌーバ

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακός ελιγμός
軌道線 きどうせん

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροδρομική γραμμή, γραμμή τραμ
軌道エレベーター きどうエレベーター

ουσιαστικό

  1. 01 ανελκυστήρας διαστήματος
軌道車 きどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βαγονέτο συντήρησης σιδηροδρομικής γραμμής, όχημα επιθεώρησης γραμμής
軌道投入 きどうとうにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθέτηση σε τροχιά (π.χ. δορυφόρου), εισαγωγή σε τροχιά
  1. 01 λούκι, αυλάκι, τροχιά
  2. 02 τροχός, ρόδα
  3. 03 τροχιά, ίχνος, διαδρομή
  4. 04 πρότυπο, μοντέλο, υπόδειγμα
  5. 05 τρόπος δράσης, τρόπος ενέργειας