144 αποτελέσματα για «軽»

軽はずみ かるはずみ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απερίσκεπτος, βιαστικός, επιπόλαιος, ανόητος
軽微 けいび

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς, μικρός, ασήμαντος
軽度 けいど

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ελαφρύς, ήπιος (για αναπηρία, συμπτώματα κ.λπ.)
軽トラック けいトラック

ουσιαστικό

  1. 01 μίνι φορτηγό, ελαφρύ φορτηγό, μικρό φορτηγό, ελαφρύ αγροτικό
軽自動車 けいじどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ μηχανοκίνητο όχημα (έως 660 κυβικά εκατοστά και 64 ίππους), κέι-καρ, κέι-καρ
軽妙 けいみょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανάλαφρος και ευχάριστος, πνευματώδης, εύστροφος, έξυπνος
軽トラ けいトラ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό φορτηγό, ελαφρύ φορτηγό, μικρό αγροτικό
軽業 かるわざ

ουσιαστικό

  1. 01 ακροβατικά, ριψοκίνδυνο εγχείρημα
軽症 けいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρά ασθένεια
軽音楽 けいおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρά μουσική, ποπ μουσική
軽侮 けいぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιφρόνηση, καταφρόνια
軽重 けいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρότητα και βαρύτητα, (σχετικό) βάρος
  2. 02 (σχετική) σημασία, βαρύτητα
軽犯罪 けいはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 πταίσμα, πλημμέλημα μικρής κλίμακας
軽業師 かるわざし

ουσιαστικό

  1. 01 ακροβάτης
軽輩 けいはい

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερος, υφιστάμενος
軽傷者 けいしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με ελαφρά τραύματα, πρόσωπο με ελαφρείς τραυματισμούς
軽挙 けいきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιαστική πράξη, απερίσκεπτη ενέργεια
軽機関銃 けいきかんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ πολυβόλο
軽挙妄動 けいきょもうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απερίσκεπτη και τυφλή ενέργεια
軽石 かるいし

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρόπετρα