78 αποτελέσματα για «輪»

輪舞曲 りんぶきょく

ουσιαστικό

  1. 01 ροντό
輪番 りんばん

ουσιαστικό

  1. 01 εκ περιτροπής ανάθεση (π.χ. καθήκοντος), εναλλαγή
輪転 りんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιστροφή
  2. 02 περιστροφή
輪番制 りんばんせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα εναλλαγής
輪縄 わなわ

ουσιαστικό

  1. 01 θηλιά, λάσο, θηλιά πνιγμού
輪講 りんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκ περιτροπής ανάγνωση, ερμηνεία κ.λπ., συζήτηση στρογγυλής τραπέζης
輪胴 りんどう

ουσιαστικό

  1. 01 μύλος (περιστρόφου)
輪栽 りんさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμειψισπορά
輪姦す まわす

ρήμα

  1. 01 ομαδικός βιασμός
輪タク りんタク

ουσιαστικό

  1. 01 ποδήλατο με καρότσα, ρικσά ποδηλάτου
輪行 りんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά ποδηλάτου με χρήση δημόσιων μέσων μεταφοράς
輪読 りんどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση με εναλλαγή
輪乗り わのり

ουσιαστικό

  1. 01 ιππεύω (άλογο) σε κύκλο
輪生 りんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπονδυλωτή διάταξη (στη φυλλοταξία), σπονδυλωτή διευθέτηση, κυκλική διάταξη
輪袈裟 わげさ

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλικό ράσο μοναχού
輪っぱ わっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλικό κουτί φαγητού, κυκλικό μπέντο
  2. 02 κάτι δακτυλιοειδές
  3. 03 χειροπέδες
輪抜け わぬけ

ουσιαστικό

  1. 01 πήδημα μέσα από στεφάνι
輪軸 りんじく

ουσιαστικό

  1. 01 τροχός και άξονας
輪伐 りんばつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υλοτομία κατά τομείς
輪差 わさ

ουσιαστικό

  1. 01 θηλιά, βρόχος