39 αποτελέσματα για «辞»
辞書編集者 じしょへんしゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 λεξικογράφος
辞書アプリ じしょアプリ
ουσιαστικό
- 01 εφαρμογή λεξικού, εφαρμογή λεξικού
辞林 じりん
ουσιαστικό
- 01 λεξικό
辞柄 じへい
ουσιαστικό
- 01 πρόφαση, δικαιολογία
辞色 じしょく
ουσιαστικό
- 01 τα λόγια και η εμφάνιση κάποιου
辞書類 じしょるい
ουσιαστικό
- 01 λεξικά (και παρόμοια βιβλία)
辞譲 じじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποχωρώ και παραχωρώ τη θέση μου σε άλλον
辞官納地 じかんのうち
ουσιαστικό
- 01 παραίτηση του Τοκουγκάβα Γιοσινόμπου από το αξίωμα του υπουργού Εσωτερικών και η παράδοση των εδαφών του Σογκουνάτου (κατά την Παλινόρθωση των Μεϊτζί)
辞彙 じい
ουσιαστικό
- 01 γλωσσάρι, λεξικό
辞書攻撃 じしょこうげき
ουσιαστικό
- 01 επίθεση με λεξικό
辞職を迫る じしょくをせまる
άλλο, ρήμα
- 01 πιέζω κάποιον να παραιτηθεί, επιμένω στην παραίτηση κάποιου
辞めさせる やめさせる
ρήμα
- 01 απολύω, απομακρύνω από την εργασία
辞書部門 じしょぶもん
ουσιαστικό
- 01 λεξικογραφικό τμήμα
辞書学 じしょがく
ουσιαστικό
- 01 λεξικολογία
辞書形 じしょけい
ουσιαστικό
- 01 λεξικογραφικός τύπος
辞謝 じしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άρνηση, αποποίηση, απόρριψη, μη αποδοχή
辞苑 じえん
ουσιαστικό
- 01 Τζιέν (ο πρόδρομος του λεξικού Κοτζιέν)
辞海 じかい
ουσιαστικό
- 01 Τζι Χάι, εγκυκλοπαιδικό λεξικό που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1936, με την πιο πρόσφατη έκδοση το 1999
辞
- 01 παραιτούμαι
- 02 λέξη
- 03 όρος
- 04 έκφραση