28 αποτελέσματα για «辺»
辺線種 へんせんしゅ
ουσιαστικό
- 01 τύπος ακμής
辺線幅倍率 へんせんぷくばいりつ
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής κλίμακας πλάτους ακμής
辺材 へんざい
ουσιαστικό
- 01 σομφό ξύλο, σομφός ιστός
辺張待ち ペンチャンまち
ουσιαστικό
- 01 αναμονή για πλαϊνό φύλλο (πεντσάν ματσί) για την ολοκλήρωση της ακολουθίας (π.χ. για ένα 3 όταν κρατάς 1-2, ή για ένα 7 όταν κρατάς 8-9)
辺り わたり
ουσιαστικό
- 01 γειτονιά, περιοχή, πλησίον
辺境伯 へんきょうはく
ουσιαστικό
- 01 μαρκήσιος, μάργραβος
辺縁動脈 へんえんどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 περιφερική αρτηρία
辺
- 01 περίχωρα
- 02 όριο
- 03 σύνορο
- 04 περιοχή, γύρω περιοχή