28 αποτελέσματα για «辻»
辻社 つじやしろ
ουσιαστικό
- 01 μικρό ιερό χτισμένο σε διασταύρωση δρόμων
辻店 つじみせ
ουσιαστικό
- 01 υπαίθριος πάγκος στο δρόμο
辻取り つじとり
ουσιαστικό
- 01 αρπαγή συζύγου μέσω απαγωγής γυναίκας που περνά από τον δρόμο
辻踊 つじおどり
ουσιαστικό
- 01 χορός σε γωνία δρόμου
辻風呂 つじぶろ
ουσιαστικό
- 01 υπαίθριο λουτρό τοποθετημένο στο δρόμο και νοικιαζόμενο σε πελάτες
辻占煎餅 つじうらせんべい
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό μπισκότο της τύχης
辻が花 つじがはな
ουσιαστικό
- 01 τεχνική βαφής υφασμάτων που ενσωματώνει μοτίβα λουλουδιών
辻
- 01 διασταύρωση
- 02 σταυροδρόμι
- 03 γωνία δρόμου
- 04 (κόκουτζι)